Δημήτρης Καιρίδης από Κωνσταντινούπολη: «Το casus belli είναι αναχρονιστικό – Ώρα να εργαστούμε για την άρση του»
Γράφει ο Νίκος Αρβανίτης
Ολοκληρώθηκαν στην Κωνσταντινούπολη οι εργασίες της 3ης Συνόδου Κορυφής της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης (ΚΣ) του ΝΑΤΟ. Τη Βουλή των Ελλήνων εκπροσώπησαν ο αναπληρωτής επικεφαλής της ελληνικής αντιπροσωπείας, Δημήτρης Καιρίδης, και το μέλος της αντιπροσωπείας, Σπύρος Κυριάκης.
Τα θέματα της Συνόδου
Οι σύνεδροι εστίασαν στην αυξημένη στρατηγική σημασία της Συμμαχίας, την ενίσχυση της συνεργασίας ΝΑΤΟ-ΕΕ, καθώς και την ανάγκη αύξησης των αμυντικών δαπανών και της θωράκισης της αμυντικής βιομηχανίας. Παράλληλα, τέθηκε εμφατικά το ζήτημα της διατήρησης της συνοχής της διατλαντικής σχέσης. Στο πλαίσιο της Συνόδου, τοποθετήθηκε και ο Τούρκος Πρόεδρος, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, ο οποίος ζήτησε η Τουρκία να μην εξαιρεθεί από την αναδυόμενη ευρωπαϊκή άμυνα.
Η παρέμβαση Καιρίδη που κυριάρχησε στη Σύνοδο
Η τοποθέτηση του κ. Δημήτρη Καιρίδη ήταν εκείνη που προκάλεσε τη μεγαλύτερη αίσθηση και αποτέλεσε το κεντρικό θέμα συζήτησης μεταξύ των συνέδρων. Ο κ. Καιρίδης, απευθυνόμενος στον προεδρεύοντα Πρόεδρο της Τουρκικής Εθνοσυνέλευσης, ζήτησε με σαφήνεια την άρση του casus belli.
Τα κύρια σημεία της παρέμβασης του κ. Καιρίδη:
-
Άρση της απειλής: Χαρακτήρισε την απειλή πολέμου (casus belli) από την πλευρά της Τουρκίας ως «απολύτως απαράδεκτη, αναχρονιστική και αντιπαραγωγική», καλώντας την Τουρκική Εθνοσυνέλευση να εργαστεί για την κατάργησή της.
-
Ευρωπαϊκή πορεία: Υπενθύμισε ότι η Ελλάδα αποτελεί τον πιο ένθερμο υποστηρικτή της ευρωπαϊκής πορείας της Τουρκίας και της ένταξής της στον χώρο Σένγκεν.
-
Συνεργασία στην πράξη: Αναφέρθηκε στο επιτυχημένο πρόγραμμα επιταχυνόμενης θεώρησης για Τούρκους επισκέπτες στα ελληνικά νησιά, επισημαίνοντας ότι οι δύο λαοί είναι «βαθιά συνδεδεμένοι».
-
Γεωπολιτική ενότητα: Υπογράμμισε την ανάγκη για ενότητα σε μια «επικίνδυνη γειτονιά», τονίζοντας ότι η ιστορία και η γεωγραφία επιβάλλουν τη συμβίωση των δύο γειτόνων.
Πηγή: Κοινοβουλευτική Συνέλευση ΝΑΤΟ Επιμέλεια/Σύνταξη: Συντακτική ομάδα RodopiPress
Σχόλιο Συντάκτη: Ο κ. Καιρίδης επέλεξε να εκπέμψει ένα μήνυμα ειλικρίνειας από την καρδιά της Πόλης. Η πρόσκληση για άρση του casus belli αποτελεί το απαραίτητο «τεστ» για την επόμενη ημέρα των σχέσεων Ελλάδας-Τουρκίας. Αν η επιθυμία για «ενότητα» και «ευρωπαϊκή πορεία» που διατυπώνεται από την τουρκική πλευρά είναι ειλικρινής, τότε η ακύρωση μιας απειλής πολέμου που χρονολογείται από το 1995 είναι το αυτονόητο πρώτο βήμα. Οι γέφυρες χτίζονται με πράξεις, όχι μόνο με διπλωματικά λόγια.
Είναι τουλάχιστον υποκριτικό να μιλούν ορισμένοι για «ενδοτική» εξωτερική πολιτική, όταν η Ελλάδα επιλέγει να δίνει τις μάχες της εκεί που μετράνε. Στα διεθνή φόρα, απέναντι στους συμμάχους και μπροστά στην ίδια την Τουρκία. Η παρέμβαση στην Κωνσταντινούπολη για το casus belli δεν ήταν μια συμβολική κίνηση· ήταν μια ευθεία υπενθύμιση ότι δεν μπορεί να ζητάς σεβασμό στη συμμαχική συνοχή όταν διατηρείς επίσημη απειλή πολέμου απέναντι σε άλλη χώρα-μέλος.
Αυτή είναι η διαφορά ανάμεσα στη σοβαρή εξωτερική πολιτική και στον φτηνό καταγγελτικό πατριωτισμό. Οι ίδιοι που σήμερα μιλούν για «υποχωρήσεις» είναι εκείνοι που για χρόνια επένδυαν σε κραυγές, σε θεωρίες προδοσίας και σε εύκολα συνθήματα, χωρίς να πετυχαίνουν ούτε μία ουσιαστική διεθνοποίηση των ελληνικών θέσεων. Έμαθαν να πουλάνε ένταση στο εσωτερικό και να σιωπούν στο εξωτερικό.
Και την ίδια ώρα, όταν η Τουρκία επιχειρούσε συστηματικά να διεισδύσει στη Θράκη, να εργαλειοποιήσει τη μουσουλμανική μειονότητα, να ενισχύσει δίκτυα επιρροής και να καλλιεργήσει αφηγήματα «τουρκικής» ταυτότητας, πολλοί από αυτούς είτε σιωπούσαν είτε κοιτούσαν αλλού. Γιατί εκεί δεν υπήρχαν κάμερες, ούτε εύκολα χειροκροτήματα. Εκεί χρειαζόταν σοβαρότητα, παρουσία του κράτους και μακρόπνοη στρατηγική.
Η αλήθεια είναι πως η Θράκη δεν προστατεύεται με κορώνες στα πάνελ, ούτε το Αιγαίο με αναρτήσεις οργής. Προστατεύονται με ισχυρή διπλωματία, με διεθνή ερείσματα, με αποτρεπτική ισχύ και με πολιτική συνέπεια. Αυτό είναι πατριωτισμός στην πράξη. Όλα τα υπόλοιπα είναι εμπόριο πατριωτισμού για εσωτερική κατανάλωση.
Και όσο η πραγματικότητα τους διαψεύδει, τόσο πιο δυνατά θα φωνάζουν. Όχι γιατί έχουν δίκιο, αλλά γιατί τους τελειώνουν τα επιχειρήματα.





