Μια απόφαση που ήδη προκαλεί έντονες αντιδράσεις στην κοινωνία εξέδωσε η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, βάζοντας οριστική «σφραγίδα» στον γάμο και την υιοθεσία παιδιών από ομόφυλα ζευγάρια.
Με την υπ’ αριθμ. 392/2026 απόφαση, το ανώτατο ακυρωτικό δικαστήριο έκρινε –κατά πλειοψηφία– ότι οι σχετικές διατάξεις του νόμου 5089/2024 είναι συνταγματικές, απορρίπτοντας τις προσφυγές που είχαν κατατεθεί. Μάλιστα, οι δικαστές έκριναν ότι ούτε η έννοια της οικογένειας ούτε η προστασία της παιδικής ηλικίας θίγονται από την επέκταση της τεκνοθεσίας σε ομόφυλα ζευγάρια .
Ωστόσο, πίσω από τη «νομική επιχειρηματολογία», πολλοί βλέπουν μια βαθιά ιδεολογική μετατόπιση, που επιχειρεί να επαναπροσδιορίσει θεμελιώδεις έννοιες όπως η οικογένεια και η γονεϊκότητα. Δεν είναι τυχαίο ότι η απόφαση δεν ήταν ομόφωνη, καθώς υπήρξαν και μειοψηφίες δικαστών που διαφώνησαν με την κατεύθυνση αυτή .
Η απόφαση του ΣτΕ έρχεται να επικυρώσει έναν νόμο που ήδη είχε προκαλέσει έντονες κοινωνικές αντιδράσεις, με σημαντικό μέρος της κοινής γνώμης να εκφράζει επιφυλάξεις –ιδίως ως προς το ζήτημα της υιοθεσίας παιδιών. Παρ’ όλα αυτά, το δικαστήριο επέλεξε να κινηθεί στη γραμμή της «εναρμόνισης» με τις σύγχρονες ευρωπαϊκές τάσεις, επικαλούμενο την εξέλιξη των κοινωνικών αντιλήψεων .
Το ερώτημα, όμως, που τίθεται πλέον είναι βαθύτερο: πρόκειται για μια εξέλιξη που αντανακλά πραγματικά τη βούληση της κοινωνίας ή για μια επιβολή «άνωθεν», μέσω νομοθετικών και δικαστικών αποφάσεων;
Σε κάθε περίπτωση, η απόφαση αυτή δεν κλείνει τη συζήτηση – αντιθέτως, ανοίγει έναν νέο κύκλο αντιπαράθεσης για τα όρια της οικογένειας, τα δικαιώματα των παιδιών και τον ρόλο της Δικαιοσύνης σε ζητήματα με τόσο έντονο κοινωνικό και αξιακό φορτίο.





