Σήμερα η Εκκλησία τιμά τη μνήμη της Μαρίας της Μαγδαληνής, της Παρθενομάρτυρος Μαρκέλλας της Χιοπολίτιδος και του Οσίου Βανδριγίου (Wandrille). Τρεις άγιοι, τρεις διαφορετικοί δρόμοι αγιότητας – η πιστή ακόλουθος του Ιησού, η τραγική κόρη της Χίου που μαρτύρησε για την αγνότητά της και ο Φράγκος ευγενής που έγινε ηγούμενος και ίδρυσε ένα από τα σημαντικότερα μοναστήρια της Γαλλίας.
Μαρία η Μαγδαληνή – Η πρώτη μάρτυρας της Ανάστασης
Από τις πιο γνωστές και παρεξηγημένες προσωπικότητες της Καινής Διαθήκης, η Μαρία η Μαγδαληνή υπήρξε η πιστότερη ακόλουθος του Ιησού και η πρώτη μάρτυρας της Αναστάσεώς Του. Το προσωνύμιό της «Μαγδαληνή» δηλώνει την καταγωγή της από τα Μάγδαλα, μια πόλη στις όχθες της Λίμνης Γεννησαρέτ. Τα Ευαγγέλια αναφέρουν ότι ο Χριστός τη θεράπευσε, βγάζοντας από μέσα της «επτά δαιμόνια» και, έκτοτε, τον ακολούθησε πιστά, προσφέροντας από την περιουσία της στη διακονία Του. Σε αντίθεση με τους περισσότερους μαθητές, η Μαρία παρέμεινε κάτω από τον Σταυρό κατά τη Σταύρωση και ήταν παρούσα στην Ταφή. Υπερνικώντας τον φόβο, μαζί με τις υπόλοιπες Μυροφόρες πήγε στον τάφο το πρωί της Κυριακής. Εκεί, ήταν ο πρώτος άνθρωπος που συνάντησε τον Αναστάντα Χριστό, ο Οποίος της είπε το περίφημο «Μη μου άπτου» και την προέτρεψε να μεταφέρει το μήνυμα της Ανάστασης στους μαθητές Του.
Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι η ταύτιση της Μαγδαληνής με τη «μετανοημένη πόρνη» ή την αμαρτωλή γυναίκα που άλειψε τα πόδια του Ιησού με μύρο δεν στηρίζεται στα Ευαγγέλια. Αυτή η παρερμηνεία ξεκίνησε κυρίως στη Δυτική Εκκλησία τον 6ο αιώνα από τον Πάπα Γρηγόριο τον Μέγα και παγιώθηκε μέσω της τέχνης, ενώ η Ορθόδοξη Εκκλησία τη θεωρεί ανέκαθεν αγνή και Ισαπόστολο. Η παράδοση αναφέρει ότι ταξίδεψε στη Ρώμη για να κηρύξει το Ευαγγέλιο στον αυτοκράτορα Τιβέριο και εκοιμήθη στην Έφεσο, όπου βοηθούσε τον ευαγγελιστή Ιωάννη τον Θεολόγο. Το άφθαρτο χέρι της φυλάσσεται στη Μονή Σιμωνόπετρας στο Άγιο Όρος και διατηρείται έχοντας θερμοκρασία ζωντανού ανθρώπου.
Παρθενομάρτυς Μαρκέλλα η Χιοπολίτις – Η τραγική ιστορία της Χίου
Η ζωή της, αν και καλύπτεται από ασάφεια ως προς τον ακριβή χρόνο (πιθανώς τον 14ο ή 15ο αιώνα), αποτελεί μια από τις πιο συγκλονιστικές ιστορίες του αγιολογίου. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Βολισσό της βορειοδυτικής Χίου, με ευσεβή μητέρα, που της ενέπνευσε την πίστη αλλά πέθανε όταν η Μαρκέλλα ήταν σε νεαρή ηλικία, και πατέρα με βίαιο χαρακτήρα. Μεγαλώνοντας, η μάρτυς διακρινόταν για την ομορφιά της, τη βαθιά της πίστη, την αγνότητα και τη φιλανθρωπία της προς τους συγχωριανούς της, έως ότου ο ίδιος της ο πατέρας κυριεύτηκε από αιμομικτικό πάθος και θέλησε να ασκήσει τον σαρκικό του πόθο πάνω στη θυγατέρα του.
Τρομοκρατημένη, η Μαρκέλλα κατέφυγε στα γύρω βουνά για να σωθεί. Ο πατέρας της την εντόπισε κρυμμένη σε έναν θάμνο, στον οποίο έβαλε φωτιά για να την αναγκάσει να βγει. Καθώς έτρεχε προς τη θάλασσα για να ξεφύγει, την πλήγωσε με βέλος. Σύμφωνα με το συναξάρι της, προσευχήθηκε στον Χριστό και ένας βράχος άνοιξε και την έκρυψε μέσα του μέχρι τη μέση, αλλά ο διώκτης της, τυφλωμένος από οργή, της έκοψε τους μαστούς και τελικά την αποκεφάλισε, ρίχνοντας το κεφάλι της στη θάλασσα.
Η παρθενομάρτυς Μαρκέλλα είναι η προστάτιδα της Χίου. Στον τόπο του μαρτυρίου της, δίπλα στη θάλασσα, αναβλύζει μέχρι σήμερα ιαματικό νερό μέσα από τα βράχια και, σύμφωνα με την παράδοση, οι πέτρες στην παραλία γύρω από το αγίασμα παραμένουν κόκκινες, ως αιώνιο σημάδι του αίματος της Αγίας. Χιλιάδες προσκυνητές απ’ όλη την Ελλάδα επισκέπτονται το Ιερό Προσκύνημά της και πολλοί διανύουν με τα πόδια την απόσταση των 50 χιλιομέτρων από την πόλη της Χίου ως τάμα, ενώ λέγεται ότι την ώρα που ο ιερέας τελεί την παράκληση στο σημείο του Αγιάσματος, η θάλασσα αρχίζει να αχνίζει και το νερό να αναβλύζει ζεστό.
Όσιος Βανδρίγιος (St. Wandrille ή Wandregisel) – Ο ευγενής που έγινε μοναχός
Σημαντική εκκλησιαστική προσωπικότητα του 7ου αιώνα, ιδρυτής και πρώτος ηγούμενος της γνωστής Μονής Φοντενέλ (Fontenelle) στη Νορμανδία της Γαλλίας. Γεννήθηκε γύρω στο 605 στην περιοχή του Βερντέν από ευγενή φράγκικη οικογένεια, που συγγένευε με τη δυναστεία των Καρολιδών, και σε νεαρή ηλικία υπηρέτησε στην αυλή του βασιλιά Δαγοβέρτου Α΄, ο οποίος του απένειμε τον τίτλο του κόμητος και του εμπιστεύθηκε τη διαχείριση των βασιλικών κτημάτων.
Παρά την κοινωνική του θέση και τον γάμο που συνήψε κατόπιν επιθυμίας των γονέων του, ο Βανδρίγιος ποθούσε την αφιέρωση στον Θεό. Έπειτα από συμφωνία με τη σύζυγό του, και οι δύο αποφάσισαν να ακολουθήσουν τον μοναχικό βίο σε χωριστά μοναστήρια. Μόνασε αρχικά στη Μονή του Μονφωκόν (Montfaucon) και αργότερα έζησε ως ερημίτης στο Σαιντ-Υρσάν (Saint-Ursanne), επισκέφθηκε το Μπόμπιο (Bobbio) της Ιταλίας και τη Ρώμη, μελετώντας τους κανόνες του μοναχισμού, και χειροτονήθηκε ιερέας από τον Άγιο Ουέν (St. Ouen), αρχιεπίσκοπο της Ρουέν.
Το 649 ίδρυσε τη Μονή Φοντενέλ, σήμερα γνωστή ως Αββαείο του Αγίου Βανδριγίου, σε γη που του παραχωρήθηκε με τη στήριξη του φίλου του Ουέν. Η μονή ακολούθησε αρχικά τον αυστηρό κανόνα του Αγίου Κολουμβάνου και αργότερα του Αγίου Βενεδίκτου, εξελισσόμενη σε ένα από τα σημαντικότερα πνευματικά και εκπαιδευτικά κέντρα της Γαλλίας. Εκοιμήθη οσιακά στις 22 Ιουλίου 668, ενώ η μονή του στη Νορμανδία παραμένει μέχρι σήμερα ενεργό μοναστήρι και είναι γνωστή για την παραγωγή μοναστηριακής μπίρας.
Άγιοι της ημέρας
Σήμερα τιμώνται επίσης οι μνήμες: οσίου Μενελάου, οσίου Κορνηλίου του Περεγιασλάβ και οσίου Κυπριανού του Σουζντάλ του διά Χριστόν σαλού.






